Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Χείλη σα Βελούδο..


Βρισκόμαστε περίπου στο 1890 μα τόσο κοντά στο σήμερα. Γυναίκες κοιτάζουν άλλες γυναίκες και νιώθουν “περίεργα”. Η Νάνσι είναι μια κοπέλα με την οποία θα ταυτιστούν οι περισσότερες κοπέλες που ζουν ή μεγάλωσαν έστω στην επαρχία. Μαζί τους κι εγώ. Ερωτεύεται, αφήνει σπίτι, γονείς, οικογένεια, αγαπητικό και φεύγει. Όχι μόνη. Την οδηγεί το ένστικτο.

Βγάζει προς τα έξω αυτό που πραγματικά θέλει. Άλλες γυναίκες. Θέατρο, θέαμα, αρτίστες, όλα αυτά τρέχουν ξέφρενα ενώ η Νάνσι κρύβεται με τη “δράκαινα” της για να μην της δουν. Πολλά συμβαίνουν, πολλές αλλαγές,. Ανατροπές. Στο τέλος όμως κερδίζει η αγάπη. Αλλά ποια αγάπη;

Είναι η αγάπη προς την άλλη που κέρδισε ή η αγάπη προς τον εαυτό της; Μέσα από την περιπέτεια και τις διαδρομές της Νάνσι, από το πεζοδρόμιο του Σόχο στις απαρχές του σοσιαλιστικού κινήματος, βλέπουμε πως κερδίζεται ένας εαυτός. Κερδίζεται, βρίσκεται, χτίζεται, όπως θες πες το. Στην αρχή έρμαιο των εκάστοτε σχέσεων να σφετερίζεται ζωές άλλων χωρίς να έχει τίποτα δικό της. Να ρουφιέται εξ ολοκλήρου από σχέσεις . Να μην έχει που να πάει γιατί ξαφνικά ο κόσμος όλος ήταν η άλλη. Στο τέλος όμως καταφέρνει να έχει κι αυτή δικό της κόσμο. Για αυτό αγαπιέται, αγαπά και ξεπερνά.

Είναι στιγμές που καθώς διαβάζεις σκέφτεσαι “Μα γιατί;” και αμέσως μετά καταλαβαίνεις πόσες φορές έχεις ζήσει το ίδιο έργο εσύ ή οι γύρω σου. Ένα από τα ζητήματα που κυριαρχούν στο βιβλίο είναι το θέμα της ορατότητας. Μετά την αποκάλυψη στο εαυτό της δεν μπορούσε να κρύβεται πια. Ήθελε να το ζει καθημερινά. Με την πρώτη κοπέλα κρυβόταν συνεχώς. Δεν έπρεπε να μαθευτεί. Δεν έπρεπε να ξέρει κανείς. Όλα κρυφά. Με την άλλη μεταμφιεζόταν σε αγόρι για να μπορεί να βγει έξω. Στο τέλος όμως καταφέρει να ζει όπως θέλει. Ανοιχτά.

Όταν εκμυστηρεύτηκε στην αδερφή της τον έρωτα της για μία άλλη γυναίκα εκείνη την ξέγραψε.Τι περιμένεις όμως, το 1890 να βρεις την αποδοχή αμέσως; Οι γυναίκες ακόμη δεν είχαν δικαίωμα ψήφου και προοριζόταν μοναχά για οικογένεια. Τι γίνεται όμως τώρα; Τόσα χρόνια μετά;

Οικογένειες που πετάν τα παιδιά τους, που προσπαθούν να τα “ισιώσουν” ή τα ωθούν να κάνουν το σωστό σύμφωνα πάντα με τις επιταγές της κοινωνίας. Ενοχλητικοί γείτονες που κουτσομπολεύουν χωρίς να τους πέφτει λόγος. Ενοχλητικές ματιές στο δρόμο και προσβλητικά σχόλια. 100 χρόνια μετά.

Κι αν τότε έμοιαζε «αστείο» να υπάρχουν “δράκαινες” τώρα όχι μόνο υπάρχουν αλλά φαίνονται και απαιτούν. Φαίνονται καθημερινά στους δρόμους της πόλης. Γιορτάζουν την υπερηφάνεια τους  γεμίζοντας τους δρόμους χρώμα. Απαιτούν ίσα δικαιώματα. Γάμο, συμβίωση, τεκνοθεσία. Δικαίωμα στην οικόγενεια με τους δικούς μας όρους.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Serenity...

Σάββατο απόγευμα και έχεις τελειώσει με όλες τις δουλειές του νοικοκυριού. Έρχεται τριήμερο μετά από ζόρικη εβδομάδα. Το παίρνεις απόφαση, θα λιώσεις. Εκεί που ψάχνεις τις παλιές και ξεχασμένες σειρές στο σκληρό δίσκο βλέπεις το Firefly. Μία σεζόν και μία ταινία. 14 μόνο επεισόδια που έληξαν λίγο άδοξα. Επιστημονική φαντασία λίγο διαφορετική. Παρ' ότι την έκοψαν θεωρείται από τις καλύτερες του είδους σύμφωνα με πολλούς. 

Η πλοκή έχει να κάνει με μία ομάδα πρώην στρατιωτών (αυτονομιστές) που πολεμούσαν ενάντια στη συμμαχία και αφού έχασαν τον πόλεμο έγιναν κάτι σαν καουμπόηδες του διαστήματος. Πολύ ξύλο, μπαμ μπουμ συνέχεια αλλά τι να κάνεις όταν τρέχεις για τη ζωή σου... 

Ζώντας λοιπόν όλοι μαζί σε ένα διαστημόπλοιο - ο αρχηγός, ο πιλότος με την γυναίκα του (στρατιωτίνα σγουρομάλλα, σας παρακαλώ δε θα 'θελα), μία μηχανικός, ένας γκάου γεμάτος τεστοστερόνη, ένας ιερέας, ένας γιατρός με την τηλεπαθητική αδερφή του και μία συνοδός πολυτελείας - πηγαίνουν σε κάθε γωνιά του σύμπαντος κάνοντας διάφορες μικρο-βρωμοδουλειές. 

Από το πρώτο επεισόδιο μόλις αντιλαμβάνεσαι τι γίνεται κολλάς. Κολλάς γιατί διαφέρει από τις άλλες σειρές Sci-Fi. Δεν βγαίνουν οι πράσινοι με τις κεραίες αλλά όλα είναι "γήινα" στα διάφορα φεγγάρια και στους πλανήτες. Όταν πηγαίναν σε απόμερα μέρη που τα είχε ξεχασμένα η συμμαχία έβρισκαν φτώχεια, αμόρφωτους ανθρώπους και πολλές δυσκολίες στη διαβίωση. Άρα πόσο απέχει αυτό από ένα απομονωμένο χωριό, "ξεχασμένο" από αυτούς που κυβερνούν;

Στους κεντρικούς δε πλανήτες όπου βασίλευε η συμμαχία ήταν διαφορετικά. Σε κατέγραφαν κάμερες από παντού. Όλοι ήταν καθώς πρέπει και μίλαγαν ελαφρώς διαφορετικά. Υπήρχαν μεγάλα κτίρια και πολύ χρήμα. Μάλλον η συμμαχία ήταν περισσότερο πυρηνική. Αστικοποίηση θα το λέγαμε κάποτε, να τότε που ήταν SOS θέμα για την έκθεση. Η διαφορά όμως είναι πως αν ήθελες να πας εκεί έπρεπε να είσαι σαν "αυτούς". 

Ποιοι είναι οι "αυτοί"; Είναι αυτοί που νομίζουν πως μπορούν να ελέγξουν τα πάντα. Πως μπορούν να παίξουν με τους ανθρώπους και να τους κάνουν πειραματόζωα. Στη συγκεκριμένη σειρά ήταν άνθρωποι σε αντίθεση με το Battlestar Galactica στο οποίο εξεγέρθηκαν τα ρομποτ-δούλοι. 

Κι όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα προγραμματίζεις; Όταν αντιδρούν κάποιοι διαφορετικά και βγαίνει η κόλαση η ίδια από μέσα τους; Ένα τερατούργημα, ίσως θα λέγε κάποιος ένας Φρανκεστάιν. Οι μεν έγιναν τέρατα και τα πιο άγρια ένστικτα τους βγήκαν στην επιφάνεια. Οι δε παραιτήθηκαν. Δεν είχαν λόγω ύπαρξης, δεν έβρισκαν γιατί να ξυπνάνε το πρωί και άφησαν τους εαυτούς τους απλά να πεθάνουν. 

Όλα αυτά γιατί; Επειδή ήθελαν να ελέγχουν την επιθετικότητα των ανθρώπων-πειραματόζωων για να φτιάξουν ένα νέο κόσμο χωρίς αμαρτία και κακό. Τελικά είναι στη φύση του ανθρώπου η αμαρτία; Η ατέλεια; Το κακό; Και όταν το βγάλεις; Όταν τον κάνεις μονίμως αποχαυνωμένο και χαρούμενο σα να βρίσκεται στον Παράδεισο, έχει λόγο να ξυπνά; 

Όσο για την άλλη κατηγορία η οποία εμπίπτει στις παρενέργειες του φαρμάκου δεν έχω να πω πολλά. Μάλλον τους αποτελείωσε η πολλή χαρά και το πήραν αλλιώς. 

Όπως και να 'χει δεν μπορείς να ελέγξεις τα συναισθήματα κάποιου. Δεν μπορείς να τα επιβάλεις. Δεν μπορείς να ορίσεις. Θα πιέσεις. Η πίεση θα γυρίσει πίσω. Θα εκραγεί. Θα γίνει κάποια αλλαγή αλλά θα είναι αυτή που περιμένεις; Ίσως να μην έχεις καν φανταστεί αυτό που θα συναντήσεις. Και δε θα 'θελες. 

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

My name is Earl

Σάββατο πρωί. Καφές, τραγούδι και μία υπέροχη συννεφιά. Χθες τελείωσα τη σειρά του τίτλου (My name is Earl) η οποία ουσιαστικά δεν τελείωσε ποτέ μιας και στο τελευταίο επεισόδιο έγραφε πως συνεχίζεται. Ας είναι, και έτσι ημιτελής σε βάζει σε σκέψεις. Η σειρά αφορά έναν τύπο, τον Earl, ο οποίος ήταν απατεωνάκος. Ε, μια μέρα λοιπόν τον χτυπά ένα αμάξι ενώ έχει κερδίσει το ξυστό και πιστεύει ότι δεν μπορεί να του συμβεί τίποτα καλό γιατί έχει επιβαρύνει το κάρμα του. Έτσι ξεκινούν όλα, φτιάχνει μία λίστα και προσπαθεί να επανορθώσει για ό,τι κακό έχει κάνει σε άλλους. Προσθέστε σε αυτό και όλη την απαραίτητη αμερικανιά και να ένα σίριαλ! Νομίζω ότι έχει μεταφερθεί και στην ελληνική τηλεόραση αλλά δεν γνωρίζω κάτι παραπάνω. 

Τι ρόλο άραγε παίζει το παρελθόν στο παρόν μας;  Για να φτάσεις να ανατρέχεις στα παλιά σημαίνει πως κάτι δεν πάει καλά στο τώρα, πιθανότατα. Το νιώθεις σαν τιμωρία, σαν ένα βαρίδιο, σαν κάτι για το οποίο πρέπει να πληρώσεις. Και ας βρούμε κάποιον που πληγώσαμε ή δεν φερθήκαμε σωστά παλαιότερα. Ποιος το ορίζει αυτό; Εμείς. Γνωρίζουμε την άλλη πλευρά; Κι αν τελικά δεν ήταν άσχημο αυτό που κάναμε; Αν οδήγησε σε κάτι πιο όμορφο; Όπως λένε πολλοί, πως θα ήταν ο κόσμος εάν..... Ή πως θα είχε εξελιχθεί η ιστορία αν άλλαζε κάτι μικρό...

Το ότι φέρεσαι σα μαλάκας ορισμένες φορές, δε σε κάνει λιγότερο μαλάκα το να γυρίσεις πίσω και να πεις επανορθώνω. Πόσο εγωιστικό ακούγεται αυτό; Κάνω λάθος, γυρνάω κάποια στιγμή που επιλέγω εγώ, για να το διορθώσω. Τότε σου λέει ο άλλος "Κοίτα φίλε, τελικά δε μου έκανες και τόσο κακό. Ίσως χρειαζόταν να γίνει κι αυτό". Και μένεις χωρίς σκοπό.

Ας δούμε και μία άλλη διάσταση. Πόσες φορές νομίζουμε ότι έχουμε κάνει τόσο καλό σε κάποιο άτομο; Τελικά όμως τι κάναμε; Ξέρουμε; Γυρίσαμε να ρωτήσουμε αν όντως ήταν καλό ή εξελίχθηκε σε κάτι άσχημο;  

Άνθρωποι πάνε και έρχονται στη ζωή μας. Δε θα πω το κλασσικό ότι σημασία έχει αυτός που μένει αλλά αυτοί που η σχέση μας ήταν τίμια και ειλικρινής. Τη στιγμή που το ζεις, να το ζεις, χωρίς πίσω από αυτό να κρύβεται η κόλαση η ίδια. Δε χρειάζεται να γυρίσεις ξανά και να ψάχνεσαι για το παρελθόν. Αυτό φεύγει, γερνά μαζί με σένα και τον πλανήτη όπου ζεις. Η στιγμή μετρά. 

Είναι η στιγμή που θες να πεις κάτι όμορφο στο τηλέφωνο αλλά δεν το έκανες ποτέ. Η στιγμή που θες να ζητήσεις να βγεις για μία βόλτα. Η στιγμή να ζητήσεις συγγνώμη αμέσως μετά την πράξη σου. Η στιγμή, οι στιγμές, όλα αυτά που χάνονται μόλις ο δείκτης κουνηθεί και γίνουν παρελθόν.

Γιατί να το κάνεις μετά από χρόνια; Κάλλιο αργά παρά ποτέ; Κι αν δεν υπάρχει πια η ευκαιρία;

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

3 χρόνια μετά...

Πέρασαν 3 χρόνια μετά την τελευταία ανάρτηση. Χάθηκα στο χρόνο. Εγώ, ο εαυτός μου, οι γύρω μου, τα αγαπημένα μου. Βρίσκομαι όμως στο σημείο που ήμουν και πριν 3 χρόνια.. Λίγο πιο ψηλά. Κοιτώ την ίδια γειτονιά και ένα συννεφιασμένο ουρανό. Γύρισα εδώ που μ' αρέσει μετά από μία σύντομη βόλτα σε μία γειτονιά που όσο κι αν προσπάθησα να αγαπήσω δεν με κράτησε. 

Η Αθανασία (γράφω το όνομα της γιατί ελπίζω να το δει κάπου και να τη βρω ξανά) κάποτε μου είχε πει πως γράφω γιατί αγάπησα και πληγώθηκα. Κάπως έτσι ξεκίνησα λοιπόν να γράφω. Πληγωμένα και ερωτιάρικα. Σταμάτησα γιατί με ρούφηξε η κατάρα των μπλογκερς. Δεν έγραφα πια γιατί και για ό,τι ένιωθα αλλά για να με διαβάσουν και να παίξουμε με τα σχόλια. Είχα σταματήσει να νιώθω την ανακούφιση της τελευταίας τελείας. Αντίθετα ένιωθα το άγχος για το τι θα έρθει μετά. Ποιος θα το δει; Τι θα πει για αυτό; Αυτός που θέλω θα το διαβάσει; Θα καταλάβει; 

Σταμάτησα και για έναν ακόμη λόγο. Με ρούφηξε η "δουλειά" του μεταπτυχιακού - διδακτορικού πλέον και η προσωπική ζωή. Εκεί έχασα κάθε ισορροπία. Μία σχέση προσωπική επώδυνη στα σημεία της, 10-12 ώρες δουλειάς και κανένας χρόνος για τον εαυτό σου. Δεν θέλει πολύ να περάσει ο χρόνος. Δε σε ρωτά, κυλά. Εσύ μετά αναρωτιέσαι για το χαμένο χρόνο.

Πολλοί και πολλές χάθηκαν. Φίλοι πλέον ελάχιστοι. Ίσως και κανένας. Δύσκολο να σε βλέπουν να προχωράς και να χαίρονται μαζί σου. Μία πολύ τραυματική εμπειρία Χριστουγέννων την οποίο θα αφήσω εκτός αυτού του μπλογκ. Μία απαραίτητη ανασύνταξη και ανασυγκρότηση. Μία ανασκόπηση. Από αυτά τα μελοδραματικά που τόσο αγάπησα στη Μάρω (Βαμβουνάκη) και τόσο μ' αρέσει να πλάθω.

Ας έρθω στο τώρα. Στο μπαλκόνι μου, στην πιο όμορφη γειτονιά της πόλης. Αυτή που έμαθα και εσένα να αγαπάς. Βαρύς ουρανός. Βρέξε να φύγουν τα ποτάμια και από εμένα. Να σε βλέπω να συμπάσχεις. Να στάζεις. Να χτυπιέσαι για μένα γιατί πια δεν θέλω να το κάνω εγώ.

Θέλω να είμαι αυτό που ήμουν πριν. Με την μπύρα μου παρέα, το λαπτοπ και το μπλογκ. Να πάρω το moleskine που έχω στο ντουλάπι, ένα στυλό και να γράφω για ό,τι βλέπω. Να ζω και να βλέπω εσένα στα πάντα χωρίς να ζω από εσένα. Να είμαι αυτό που γνώρισες και ερωτεύτηκες. 

Διάβασα ξανά τις τελευταίες αναρτήσεις μου. Που πήγα; Που ήμουν; Γιατί; Δεν έχει σημασία το γιατί λέει η φωνή στο κεφάλι μου. Βρες το μου λέει. Αυτό σκεφτόμουν όταν περπάταγα μόνη στην πόλη σήμερα. Θα τα βρω και θα γίνω όπως πριν.

Η Μάρω έχει γράψει πως δεν γίνεται να είσαι ο ίδιος μετά το πέρας ενός ατόμου από τη ζωή σου. Έχεις πάρει πράγματα. Δεν θα γίνω ίδια λοιπόν. Θα γίνω καλύτερη γιατί θα περιέχω και δικά σου κομμάτια. Τα καλά δικά σου. Για να θέλεις ξανά και να θέλουμε μαζί. Για να φύγουν αυτά τα βαρίδια και η σκόνη.

Θα σου γράφω τις σκέψεις μου αγαπητό ημερολόγιο, για εμένα. Για να ζήσω ξανά την κάθε στιγμή και να δω πέρα από τη δουλειά και τη μιζέρια. Θα σου γράψω για αυτά που διαβάζω και βλέπω. Για αυτά που ακούω και αυτά που ζω. Θα σου γράψω για μένα για να γίνω αυτή που θέλω ξανά.

Ps. Παγκόσμια Ημέρα coming out σήμερα. Κάνε ένα καλό στον εαυτό σου και βγες από τη ντουλάπα.